Follow by Email

17.5.11

Heaven Can Wait


Όταν ήμουν μικρή και με μάλωναν που δεν κοιμόμουν τα μεσημέρια, είτε έπαιρνα την τσάντα μου με ένα βρακί και ένα φουστάνι και έφευγα μέχρι να γυρίσω κανένα μισάωρο μετά, είτε χολωμένη όπως ήμουν πήγαινα και κρυβόμουν σκαρφαλωμένη στην κορυφή ενός τεράστιου δέντρου που υπήρχε εκατό μέτρα από το σπίτι μου. Δεν με έψαχνε κανείς αφού όλοι ήξεραν που είμαι και ας νόμιζα εγώ πως είναι μυστικό και πως ανησυχούν. Η μαμά μου εξάλλου δεν μου έκανε όλα τα χατίρια και αν θύμωνα απλά με άφηνε θυμωμένη ώστε να κρατάει τις ισορροπίες με τον μπαμπά που δεν άφηνε χατίρι να πάει χαμένο. Μόνο προς το απόγευμα την θυμάμαι να με φωνάζει γιατί είχε τηγανίσει πατάτες. Και τότε μόνο ήξερα πως τηγανητές πατάτες φτιάχνει μόνο αν θέλει να με κανακέψει, ήταν ένας τρόπος αγκαλιάς. Τόσα χρόνια μετά, όταν έρχεται σπίτι μου και λέει πως θα τηγανίσει πατάτες ξέρω πως κάτι καλό θα συμβεί.

Είδα στον ύπνο μου δύο κυρίες να μιλάνε μεταξύ τους. Η μια λευκή και η άλλη έγχρωμη. Αυτό. Το σκεφτόμουν όσο έστυβα μια πορτοκαλάδα. Όσο και αν προσπάθησα να θυμηθώ την συνέχεια δεν μου ερχόταν κάτι. Έβαλα τα ακουστικά μου και πήγα στην λαϊκή. Δεν ήθελα κάτι συγκεκριμένο αλλά χρειαζόμουν να κουβαλήσω κάτι φρέσκο στο σπίτι. Οι δικές μου παράξενες ανάγκες.

Και όπως περπατούσα με τα ακουστικά και αγουροξυπνημένη ανάμεσα σε καροτσάκια, νευρίαζα και νευρίαζα με το πόσο αργοί είναι οι άνθρωποι και πόσο χασομερούν. Και όσο δεν καταλάβαινα πόσο ηλίθιες σκέψεις έκανα περίμενα μια ηλικιωμένη κυρία να τελειώσει με την πορτοκαλιά που αγόραζε για να πάρω ένα μπουκέτο λουλούδια. Και τότε χάζεψα λίγο γύρω μου και είδα μια λευκή και μια έγχρωμη να μιλάνε μεταξύ τους. Και δίπλα τους τα κοριτσάκια τους. Και η λευκή μαμά να σκύβει το κοριτσάκι της και να του προτείνει να δώσει ένα φιλί στο έγχρωμο κοριτσάκι. Ξέρεις, έχεις την εικόνα, είμαι σίγουρη. Και θυμήθηκα την προχτεσινή λαϊκή με τις μολότοφ. Και πως όλο αυτό συνέβαινε σε ένα πάγκο λαϊκής με λουλούδια. Το ίδιο σκηνικό και το είχα δει σχεδόν στον ύπνο μου. Ρε μα την Παναγία σου λέω, μα τον Θεό, έτσι έγιναν τα πράγματα και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Εντάξει, το έχουμε μάθει πια όλοι πως με την διαίσθηση μου δεν παίζουμε και έχουμε συνηθίσει τα αστεία ότι θα με πάρει η CIA να της μαντεύω γεγονότα αλλά κάθε φορά σοκάρομαι από την αρχή. Και ξαναθυμήθηκα τα κοριτσάκια, το φιλί στο μάγουλο, το πάγκο λαικής και τις μολότοφ και τα δύο κοριτσάκια χωρίς να το θέλουν έβγαλαν την γλώσσα, έδωσαν χαστουκάκι, μπορεί και γροθιά σε πολιτικά συμφέροντα και βλαμμένες ακραίες αντιλήψεις. Και πήρα τα λουλούδια μου και έφυγα αφηρημένη χωρίς να πληρώσω. Και κανείς δεν μου φώναξε ή και να μου φώναξε, φορούσα τα ακουστικά, σκέφτηκα μετά.


Πήγα ξανά ντροπιασμένη στον πάγκο και ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη από την ανθοπώλισσα. Και εκείνη ξέρεις τι έκανε; Μου έδωσε άλλο ένα μπουκέτο και δεν πήρε λεφτά για κανένα από τα δύο μπουκέτα ρε! Χαμογελώντας με παρακάλεσε να τα δεχτώ! Και ξέρεις γιατί; Γιατί προχτές έκαψαν τον πάγκο της αδερφή της αλλά η αδερφή της την γλύτωσε. Γι αυτό! Τελικά κάποιοι κάνουν κάποιους να χαμογελούν, έτσι, χωρίς αντάλλαγμα. Ξέρεις εσύ!

Το Σάββατο σκαρφάλωσα σε ένα ψηλό δέντρο στον Λυκαβηττό μόνο και μόνο για να δω αν μπορώ πια. Σαν δικαιολογία είπα πως θέλω να βγάλω μια φωτογραφία από εκεί πάνω. Και τα κατάφερα. Και να ξέρεις πως αν θυμώσω καμιά μέρα εκεί πάνω θα με βρείτε, γιατί πολύ φοβάμαι πως δεν θα με ψάξετε και πολύ θα με πειράξει.

PS1 Τελικά εγώ κάθε 17 του μήνα δεν είμαι στα καλά μου.. :)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου